Αννα Φρανκ: Η συγκλονιστική ιστορία της 16χρονης που έπεσε θύμα του Ολοκαυτώματος
Το ημερολόγιο της Αννας Φρανκ: Μια πραγματική βίβλος για εκατομμύρια αναγνώστες στον κόσμο που χρωματίζει μοναδικά την εφηβεία, τα σκιρτίματα, τους φόβους, τα βαθύτερα συναισθήματα της εβραιοπούλας Αννας Φρανκ στα σκοτεινά χρόνια των διωγμών από τους Ναζί. Το ημερολόγιο αυτό, πιο επίκαιρο παρά ποτέ, αποκαλύπτει μια μοναδική προσωπικότητα και ένα ανείπωτα σκληρό βίωμα μιας νεαρής μόλις 16 ετών.
Η Αννα Φρανκ γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου του 1929 στη Φραγκφούρτη της Γερμανίας, κόρη του κάποτε εύπορου Οτο που έπεσε θύμα της οικονομικής κρίσης και έχασε τα χρήματά του. Οταν τον Ιανουάριο του 1933 οι ναζιστές ανήλθαν στη εξουσία αποφάσισε αμέσως να εγκαταλείψει τη χώρα μαζί με την οικογένεια του, τη γυναίκα του και τις δυο κόρες του Αννα και Μάργκο. Μετανάστευσαν στο Αμστερνταμ όπου εξασφάλισε τη θέση του διευθυντή σε μια εταιρεία τροφίμων στην περιοχή του Πρίσενγκρατς. Τον Μάιο του 1940 η ναζιστική Γερμανία επιβλήθηκε στην Ολλανδία και ο τρόμος επέστεψε στη οικογένεια Φρανκ.
Ο Οτο πρέπει για άλλη μια φορά να προστατεύσει την οικογένειά του. Αυτή τη φορά να την κρύψει. Δημιουργεί έναν χώρο που διαμορφώνει σε δυο διαμερίσματα στην αποθήκη τροφίμων στο Πρίσενγκρατς όπου μετακομίζει τόσο η οικογένεια Φρανκ όσο και η οικογένεια του συνεργάτη του Βαν Πελ. Αργότερα πήγε κοντά τους και ο Ντάσελ, ένας ηλικιωμένος εβραίος οδοντίατρος.
Η Αννα Φρανκ, πάνω στην εφηβεία και με καταπιεσμένα αισθήματα αφού αισθάνεται πως οι γονείς της την αδικούν σε σχέση με την αδελφή της, δημιουργεί μια φανταστική φίλη την Κίτυ, στην οποία απευθύνεται μέσα από το ημερολόγιό της. «Αγαπητή Κίτυ», γράφει στις πρώτες σελίδες του ημερολογίου της, το οποίο της δώρισε ο πατέρας της στα 13 της χρόνια, «ελπίζω ότι θα είσαι η παρηγοριά μου και το στήριγμά μου». Το ημερολόγιο γίνεται το ουρλιαχτό για ελευθερία των Εβραίων.
Το 1942 οι ναζιστές ανακάλυψαν το κρησφύγετο των Φρανκ. Οι δύο οικογένειες καθώς και ο ηλικιωμένος οδοντίατρος μεταφέρθηκαν στο Αουσβιτς. Η Αννα Φρανκ, η μητέρα της και η αδερφή πέθαναν χτυπημένες από τύφο στο Μπέργκεν-Μπέλσεν, το στρατόπεδο στο οποίο μεταφέρθηκαν όταν το Αουσβιτς δέχθηκε επίθεση από τους Ρώσους. Από την οικογένεια επέζησε μόνο ο πατέρας της Οτο, ο οποίος παρέλαβε το ημερολόγιο που είχε κρύψει η Φρανκ στους γείτονές τους. Αποφάσισε να το εκδόσει και σήμερα έχει γίνει ο Υμνος εναντίον του Ολοκαυτώματος, έχει μεταφραστεί σε 30 γλώσσες και έχει κάνει εκατομμύρια πωλήσεις. Το καταφύγιο της οικογένειας στο Πρίσενγκρατς λειτουργεί σήμερα ως κέντρο νεότητας με την ονομασία «Το σπίτι της Αννα Φρανκ». Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το καταφύγιο κάλυπτε μια μεγάλη βιβλιοθήκη η οποία οδηγούσε στην κρυφή πόρτα των δωματίων. Οταν οι ναζιστές ανακάλυψαν το κρησφύγετο αναγκάστηκαν να παραμερίσουν δεκάδες βιβλία για να μπουν στα διαμερίσματα και να φτάσουν στην Αννα. Αυτό που δεν γνώριζαν όταν αντίκρισαν την Αννα ήταν ότι το κορίτσι είχε ήδη δραπετεύσει. Μέσα από ένα ημερολόγιο...
Ο ΚΑΣΠΑΡ ΧΑΟΥΖΕΡ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ- Δ. ΧΑΤΖΗΣ (1), (2)
ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ
Δ. Χατζής
Μετανάστευση
Αποξένωση από την πατρίδα
Απώλεια εθνικής και κοινωνικής ταυτότητας
Το επιλεγµένο απόσπασµα συνιστά ένα αντιπροσωπευτικό δείγµα της ρεαλιστικής γραφής του ∆ηµήτρη Χατζή, η οποία έχει ως επίκεντρο της την παρατήρηση του κοινωνικού περιβάλλοντος. Ο συγγραφέας αναπαριστά πειστικά το λόγο ενός λαϊκού προσώπου που, ως µετανάστης στη Γερµανία, διαπιστώνει την απώλεια της προσωπικής αλλά και της εθνικής του ταυτότητας.
Το κεφάλαιο από όπου προέρχεται το απόσπασµα έχει τον τίτλο «Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρηµη χώρα». Όπως εξηγεί ο συγγραφέας, «ο Κάσπαρ Χάουζερ ήταν ένα παιδί που βρέθηκε στη Γερµανία, µέσα στο δάσος. Βρέθηκε - δεν ήρθε. Και µεγαλωµένο πια, παλικάρι, δεν ήξερε να µιλήσει καθόλου - καµιάν ανθρώπινη γλώσσα. Όχι πως ήταν βουβό - να µιλήσει δεν ήξερε. Φαινότανε δηλαδή πως είχε ζήσει χωρίς τους ανθρώπους, µακριά τους - δεν είχε µιλήσει µε τους ανθρώπους, δεν τους ήξερε. Κανένας δεν έµαθε πώς έζησε τόσα χρόνια, πού κρυβόταν, πως δε βρήκε ποτέ τους ανθρώπους».
Ο Κώστας είναι ο μοναδικός ήρωας και αφηγητής του κειμένου, ένα λαϊκό πρόσωπο που, ζώντας στη Γερμανία ως μετανάστης, συνειδητοποιεί ότι χάνει σιγά σιγά τον εαυτό του και την εθνική του υπόσταση και ταυτότητα. Ζει μονότονα, χωρίς η ζωή του να παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον και αδυνατεί να προσαρμοστεί στους ρυθμούς ζωής της ξένης πόλης όπου εργάζεται. Η αυτοπεποίθηση του είναι χαμηλή (μικρόβιο) και δεν έχει σε μεγάλη εκτίμηση τον εαυτό του, μια μονάδα χαμένη μέσα στο πλήθος των πολλών και των αγνώστων, που η μοναδική του συντροφιά είναι λίγοι συμπατριώτες του μετανάστες, ενώ έχει διακόψει τους δεσμούς με την πατρίδα του. Η αίσθηση της μοναξιάς που τον διακατέχει τον αναγκάζει να χαράξει ο ίδιος το πικρόχολο και αυτοσαρκαστικό επίγραμμα της επιτύμβιας στήλης του.
Η ταινία του Βέρνερ Χέρτσογκ βασίζεται στη γνωστή ιστορία της ξαφνικής εμφάνισης του Κάσπαρ Χάουζερ, ενός αγοριού στη Νυρεμβέργη το 1828, το οποίο κρατιόταν έγκλειστο σε ένα κελλάρι όλη του τη ζωή. Ο Κάσπαρ θα εμφανιστεί από το πουθενά ρακένδυτος, με έντονα πάνω του τα σημάδια της μακροχρόνιας σιωπής, της ακινησίας, της εγκατάλειψης, της απόλυτης αποκοπής του από την κοινωνία.
Είναι εδώ που θα ξεκινήσει το χρονικό της ένταξης του στη μικρή Βαυαρική κοινωνία που τον ανακάλυψε, τον φρόντισε, τον «αξιοποίησε» και βάλθηκε να εξιχνιάσει το μυστήριο της διαφορετικότητας και της καταγωγής του.
Αλλά η κοινωνία δεν θα ακούσει, ούτε θα θελήσει να καταλάβει «αυτή την φοβερή Φωνή, που συνήθως οι άνθρωποι την ονομάζουν Σιωπή». Και θα προσπαθήσει να την εκλογικεύσει μέσα από την καλλιέργεια του λόγου και της γραφής - από το schreien (φωνή) στο schreiben (γραφή).
Ο πρωτότυπος τίτλος στα γερμανικά «Καθένας για τον εαυτό του και ο Θεός εναντίον όλων» περιγράφει πληρέστερα την ταινία. «Οι άνθρωποι είναι σαν λύκοι για μένα» θα πει ο Κάσπαρ και σε άλλο σημείο «ο ερχομός μου σε αυτόν τον κόσμο ήταν μια τρομερά σκληρή πτώση». Η αλληγορία είναι διάχυτη στην ταινία.
Ο Κάσπαρ θα εμφανιστεί την ημέρα της Πεντηκοστής και η ταινία ξεκινά και τελειώνει με την άρια του Ταμίνο από τον Μαγικό Αυλό του Μότσαρτ - έναν ύμνο στην αγάπη, που ωστόσο στην ταινία ακούγεται τουλάχιστον σαν ειρωνεία. Ο Κάσπαρ θα ζήσει αδιαμαρτύρητα το μαρτύριο του μέχρι το τέλος, με μόνη παρηγοριά τα όνειρα-οράματά του.
Το Αίνιγμα του Κάσπαρ Χάουζερ (1974)
(Γερμανικός πρωτότυπος τίτλος: Jeder für sich und Gott gegen alle - Kaspar Hauser, Αγγλικός τίτλος: The Enigma of Kaspar Hauser)
Όλα τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στους δημιουργούς και αντίστοιχους ιδιοκτήτες της ταινίας. Αυτό το βίντεο είναι μόνο για εκπαιδευτικούς σκοπούς.
Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ
Η φάμπρικα δε σταματά δουλεύει νύχτα μέρα και πώς τον λεν το διπλανό και τον τρελό τον Ιταλό να τους ρωτήσω δεν μπορώ ούτε να πάρω αέρα
Δουλεύω μπρος στη μηχανή στη βάρδια δύο δέκα κι από την πρώτη τη στιγμή μου στείλανε τον ελεγκτή να μου πετάξει στο αυτί δυο λόγια νέτα σκέτα
Άκουσε φίλε εμιγκρέ ο χρόνος είναι χρήμα με τους εργάτες μη μιλάς την ώρα σου να την κρατάς το γιο σου μην το λησμονάς πεινάει κι είναι κρίμα
Κι εκεί στο πόστο μου σκυφτός ξεχνάω τη μιλιά μου είμαι το νούμερο οχτώ με ξέρουν όλοι με αυτό κι εγώ κρατάω μυστικό ποιο είναι τ' όνομά μου ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Γκασμέντ Καπλάνι
Μικρό ημερολόγιο συνόρων
Δουλειά, δουλειά, δουλειά
Μετανάστης σημαίνει πολλά πράγματα. Αλλά
προπαντός δουλειά. Στην ξενιτιά δεν παςγια να κάνεις το μάγκα, αλλά για να
μαζέψεις φράγκα. Θα κάνεις τα πάντα για να το πετύχεις. Θα κάνεις δυο και τρεις
δουλειές τη μέρα, ανασφάλιστος, θα ρίξεις το μεροκάματο των ντόπιων, θα γίνεις
απεργοσπάστης, αν χρειαστεί θα πουλάς κακομοιριά, για να αγγίξεις την
καρδιά των εργοδοτών, μέχρι να καταλάβεις ότι πολλοί λίγοι τη διαθέτουν,
θα στήνεσαι από τα χαράματα στην πλατεία Ομόνοιας, σαν βρόμικο άγαλμα που
ξέχασαν να το πλύνουν τα συνεργεία του Δήμου. Θα κατοικείς σε τρώγλες,
δέκα,δεκαπέντε, είκοσι άτομα μαζί, καταργώντας τη διαφορά ανάμεσα στην κατοικία
και το γουρουνοστάσιο. Θα τρως ψωμί και αλάτι, θα τρως σκέτο ψωμί. Θα σε πιάνει
ο ύπνος πάντα στο λεωφορείο από την εξάντληση και την αϋπνία. Θα μυρίζεις
ιδρώτα σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου, γιατί δε θα έχεις χρόνο να πλυθείς αλλά και
γιατί δε θα θέλεις να κάνεις το ντους για να μην πληρώνεις ρεύμα. Ο πιο διάσημος
τσιγκούνης σε σύγκριση με σένα θα μοιάζει κουβαρντάς. Θα μετράς τα χρήματά σου
όπως μετρά ο αναιμικός τις σταγόνες αίματος. Δε θα ξοδεύεις τίποτα, δε θα
αγοράζεις τίποτα, θα ζεις με τα ελάχιστα των ελαχίστων, θα χορταίνεις μόνο
μετρώντας τα χρήματα και ακούγοντας πως για σένα υπάρχει και άλλη δουλειά, και
άλλη, και άλλη.Και ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβεις, θα νιώσεις πως οι
δυνάμεις σου λιγοστεύουν, θα νιώσεις να σε χτυπά η αρθρίτιδα, θα αισθανθείς
ύποπτους πόνους στα νεφρά, στην πλάτη, στην καρδιά. Θα είσαι τυχερός εάν
προλάβεις την εγχείρηση. Πολλοί άλλοι δενπρόλαβαν. Έφυγαν πάνω στη δουλειά, τους
πλάκωσε κάποιος τοίχος, γιατί οι εργοδότεςδεν πληρώνουν για μέτρα ασφαλείας.
Γιατί καθώς είναι γνωστό ο μετανάστης πεθαίνει αθόρυβα, σαν τη μύγα…
Η γενιά της λάντζας
Η πρώτη γενιά των μεταναστών είναι η γενιά
της λάντζας. Είναι εκείνη που τρώει όλη τη σαβούρα της ξενιτιάς, όλη την
άρνηση, όλη την περιφρόνηση, όλο το φόβο. Είναι η γενιά της λάντζας, γιατί
γι’ αυτή όλες οι δουλειές είναι καλές, αρκεί το στομάχι να γεμίζει και να
μένει κάτι στην άκρη. Αυτά τα λεφτά που μένουν στην άκρη είναι η ανταμοιβή
της, η θεραπεία της, η Γη της Επαγγελίας, το μεγάλο ψέμα, η υπόσχεση της
επιστροφής. Είναι η γενιά που μιλά σπαστά, εκείνη που δε μιλά καθόλου, εκείνη
που τρέμει την αστυνομία,εκείνη που τρέμει το βλέμμα του εργοδότη, που
καταναλώνει τη μοναξιά στη σιωπή, που σκύβει ίσαμε το χώμα, που μαζεύει
μαζί με τα λεφτά στην άκρη και μπόλικη μνησικακία.Η μνησικακία είναι το
φρούριό της, όπου στεγάζει το φόβο της, την άρνηση των ντόπιων, την
περιφρόνηση, την καταπίεση και τον εμπαιγμό του εργοδότη. Είναι η γενιάτης λάντζας. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν
έπιπλα στο σπίτι, εκτός και αν βρεθούν κάποια κοντά σε σκουπιδοτενεκέδες, όταν
οι ντόπιοι εγκαταλείπουν τα παλαιά τους. Για τη γενιά της λάντζας δεν
υπάρχουν διακοπές, δεν υπάρχουν καν γιορτές. Υπάρχει μόνο ένα πράγμα: δουλειά.
Και το όνειρο της επιστροφής αγκαλιά με το όνειρο της παραμονής.Γιατί έτσι
είναι η γενιά της λάντζας: σχιζοφρενής…
ΖΟΛΙΝΓΚΕΝ, 23.3.1972 (Γραπτή απάντηση σε ερωτηματολόγιο)
Έφυγα από
την Ελλάδα στις 5.10.64. Έφυγα για να κάνω ορισμένες οικονομίες με τις οποίες
θα αγόραζα χωράφια, ώστε να βελτιωνόταν η θέση της οικογενείας μου.Κατάγομαι από
ένα χωριό της Δράμας και πριν έρθω στη Γερμανία ήμουν καπνοπαραγωγός. Από
τη δουλειά μου είμαι ικανοποιημένος όσον αφορά τα οικονομικά και δυσαρεστημένος
όσον αφορά την πίεση που δέχομαι από τον εργοδότη, αισθανόμενος τον εαυτό μου
περίπου σαν σκλάβο. Οι δυσκολίες με τη γλώσσα ήταν πάρα πολλές στην αρχή, τώρα έχουν
μειωθεί αρκετά. Όσον αφορά την κατοικία, λόγω των δυσκολιών, και ειδικά
εμείς οι ξένοι, και λόγω του ότι έχω δύο παιδιά παραμένω σε σπίτι που στην
Ελλάδα θα το χρησιμοποιούσα για αχυρώνα. Τα παιδιά φυσικά τα χάσαμε όσον αφορά
το σχολείο, ούτε ελληνικά ούτε γερμανικά. Δεν έπαθα ποτέ ατύχημα, όμωςστο εργοστάσιό μας περισσότερο παθαίνουν οι ξένοι, διότι προτού έρθουν εδώ
δεν ήταν εργάτες και η εργατική τους συνείδηση είναι χαμηλή. Επιπλέον για να
παίρνουν πολλά λεφτά, δουλεύουν βαριές δουλειές και ακόρντ, που σημαίνει να
δουλεύουν γρήγορα. Παρόλο που κάνω παρέα με Γερμανούς και μου φέρονται σχεδόν
καλά, πολλές φορές δοκιμάζω την απέχθειά τους όταν πρόκειται να τους θίξω
θέματα ισότητος μαζί τους. Είναι εγωισταί και πολύ εθνικισταί, όμως μια μεγάλη
μερίδα είναι καλοί μαζί μου. Όσον αφορά το μέλλον, η γνώμη μου
δεν άλλαξε, αλλά θα πραγματοποιηθεί όταν έρθουν καλύτερες μέρες.
Με λένε Μιχάλη…
«Με λένε Μιχάλη. Γεννήθηκα το 1980 στην Αθήνα, στο «Μητέρα». Οι γονείς μου τότε
έμεναν στο Παγκράτι. Μετά τη γέννα μου μετακομίσαμε στα Πατήσια. Οι γονείς μου
είναι από τη Νιγηρία. Ο πατέρας μου ήρθε στην Ελλάδα για να σπουδάσει, τη
δεκαετία του ΄70. Ύστερα από κάποια χρόνια έφερε και τη μητέρα μου. Από τα
παιδικά μου χρόνια δεν θυμάμαι πολλά πράγματα. Στο δημοτικό τα πήγαινα μια χαρά
με τα άλλα παιδιά. Μόνο όταν τσακωνόμασταν στο ποδόσφαιρο με στολίζανε με
βρισιές του τύπου «αράπης» και τα σχετικά. Ήμουν ο μόνος μαύρος στο σχολείο
μου. Θυμάμαι επίσης ένα σκηνικό. Μια μέρα, έπειτα από τσακωμό, κάποια παιδιά με
είχαν βάλει στη μέση και με έβριζαν. Τότε ένα παιδί που τον έλεγαν Ηλία όρμησε
εναντίον τους για να με υπερασπιστεί. Από τότε γίναμε κολλητοί φίλοι. Τα πρώτα
χρόνια στο σπίτι μιλούσαμε νιγηριανά και αγγλικά. Αυτό όμως με εμπόδιζε για τα
μαθήματα. Μέχρι που ο δάσκαλος κάλεσε τους γονείς μου και τους είπε ότι έπρεπε
να μιλήσουμε ελληνικά στο σπίτι.
Με τα χρόνια επικράτησαν τα ελληνικά στο σπίτι μας. Ελληνικά και hiphop.
Από εννέα χρόνων μιλώ μόνο ελληνικά. Μιλώ επίσης άψογα αγγλικά, ενώ τα
νιγηριανά τα καταλαβαίνω αλλά δεν τα μιλώ πια. Το πάθος για τη μουσική το
«κόλλησα», ίσως, επειδή μεγάλωσα ανάμεσα σε διάφορους γλωσσικούς ήχους. Στο γυμνάσιο
παθιάστηκα με τα γκράφιτι, τη hip-hop και τη Dram΄Ν΄ Βase. Είναι χρόνια που
περνούν διοργανώνοντας πάρτι και ανταλλάσσοντας κασέτες με τα φιλαράκια. Εκείνη
την περίοδο μπήκε έντονα η θρησκεία στη ζωή μου. Μαζί της και η πρώτη υπαρξιακή
σύγκρουση. Γιατί η θρησκεία έλεγε «ειρήνη υμίν», ενώ το hip-hop μιλούσε για
εξέγερση. Η θρησκεία ήταν ευχή, το hip-hop δράση. Το hip-hop και τα γκράφιτι
ήταν για μένα ένα είδος ξεσπάσματος. Τότε, για πρώτη φορά, άρχισα να γράφω
στίχους. Έγραφα και για τον ρατσισμό. Ξαφνικά συνειδητοποίησα κάτι που είχα
απωθήσει: το χρώμα της επιδερμίδας μου.
Το να είσαι μαύρος. Εγώ είμαι περήφανος που είμαι μαύρος. Το να είσαι
μαύρος όμως σημαίνει ότι συναντάς μπροστά σου έναν τοίχο. Σημαίνει ότι πρέπει
να ξοδεύεις πολλή ενέργεια για να πείσεις τους γύρω σου ότι δεν είσαι
γεννημένος μόνο για να πουλάς CD και να παίξεις μπάσκετ. Ότι μπορείς να γίνεις
γιατρός, λογοτέχνης, σχεδιαστής μόδας, οτιδήποτε. Το να είσαι μαύρος σημαίνει
ότι ζεις με αυτό το χρώμα, το αναπνέεις, ότι δεν σε αφήνουν ποτέ να νιώσεις
αόρατος. Τη μεγαλύτερη έκπληξη την προκαλείς όταν μιλάς ελληνικά χωρίς προφορά.
Παθαίνουν πλάκα. Μερικοί κάθονται με το στόμα ανοιχτό και σε κοιτάνε σαν
εξωγήινο. Τέλος πάντων… Ένα καλοκαίρι στη Σύρο. Η ανατροπή στη ζωή μου συνέβη
ένα καλοκαίρι στη Σύρο.
Μόλις είχα τελειώσει το λύκειο. Ήθελα τότε να μπω στη Σχολή Καλών Τεχνών
και άρχισα να κάνω ιδιαίτερα μαθήματα ελευθέρου σχεδίου. Το καλοκαίρι πήγα στη
Σύρο για να δουλέψω στο εργαστήριο της δασκάλας μου. Έκανα βόλτα ένα απόγευμα,
όταν ξαφνικά μπροστά στα πόδια μου σταμάτησε ένα αστυνομικό τζιπ. Βγήκαν έξω
δυο αστυνομικοί και μου ζήτησαν τα χαρτιά. Είχα μαζί μου τη ληξιαρχική πράξη
γέννησης. Θεωρούσα ότι ήταν αρκετή, αφού είχα γεννηθεί στην Ελλάδα. Με πήγαν
στο Τμήμα. Μου είπαν ότι τα χαρτιά μου είναι ελλιπή. Ένας από τους αστυνομικούς
μού είπε ότι θα με απελάσουν. «Πού θα με απελάσετε;» ρώτησα. «Στα σύνορα και να
πας από εκεί που ήρθες», μου απάντησε. «Εγώ δεν ήρθα από πουθενά. Έχω γεννηθεί
στην Ελλάδα», είπα. Δεν πήρα απάντηση. Απέλαση, σύνορα, όλα αυτά μου φαίνονταν
σαν ταινία. Έφυγε η γη κάτω από τα πόδια μου και είχα κατατρομάξει. Έμεινα εκεί
τρεις μέρες, στο σκοτάδι, κοιμόμουν χάμω, σε ένα μικροσκοπικό κελί με δυο
Πακιστανούς που δεν μιλούσαν ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά. Αυτές οι τρεις μέρες
ανέτρεψαν τα πάντα μέσα μου. Με τη μεσολάβηση φίλων και δικηγόρων με άφησαν
ελεύθερο. Τότε άρχισαν να με βασανίζουν τα ερωτήματα.
Ποιος ήμουν; Τώρα καταλάβαινα γιατί δεν με καλούσαν φαντάρο, όπως
συνέβαινε με όλους τους φίλους μου. «Φίλε μου, εσύ είσαι ξένος», έλεγα στον
εαυτό μου. Και πάλι δεν ήθελα να το πιστέψω όμως. Σκεφτόμουν ότι οι αστυνομικοί
είχαν κάνει λάθος. Ήταν ένας μηχανισμός άμυνας για να μη διαλυθώ. Τα χαρτιά, τα
χαρτιά, τα χαρτιά. Όταν εισέβαλε στη ζωή μου η λέξη χαρτιά και αλλοδαπός όλα
καθάρισαν πλέον. Ρώτησα τους υπαλλήλους στον δήμο εάν μπορώ να βγάλω ελληνική
ταυτότητα επειδή έχω γεννηθεί εδώ. Μου απάντησαν κοφτά: «όχι». Μετά ήρθαν οι
ουρές, οι βεβαιώσεις, τα ένσημα, τα γραφεία, οι υπάλληλοι, η ατελείωτη αναμονή.
Και όταν βγαίνει η άδεια παραμονής είναι ληγμένη. Ξανά ουρές, βεβαιώσεις,
ένσημα, γραφεία, υπάλληλοι, ατελείωτη αναμονή. Με αυτά θα φας όλη τη ζωή σου.
Τα καλύτερα χρόνια σου φεύγουν κυνηγώντας τα χαρτιά. Δεν μπορείς να πας
πουθενά. Τα όνειρα για το πανεπιστήμιο τα εγκατέλειψα γιατί κυνηγούσα τα
χαρτιά. Με κάλεσαν το 2002 στη Γαλλία για να εκπροσωπήσω την Ελλάδα σε ένα
φεστιβάλ θεάτρου δρόμου. Δεν πήγα γιατί δεν είχα χαρτιά. Ήθελα να ανοίξω μια
δική μου δουλειά, δεν μπόρεσα γιατί δεν είχα χαρτιά. Τα ελληνικά είναι η γλώσσα
σου… Νιώθεις σιγά σιγά να ανοίγει ένα χαντάκι ανάμεσα σε σένα και στους φίλους
σου. Εκείνοι προχωράνε, κυκλοφορούν ελεύθεροι. Αυτό που για σένα αποτελεί
ζήτημα ζωής και θανάτου, γι΄ αυτούς είναι ένα τίποτα. Επειδή δεν έχεις κανονικά
χαρτιά δεν μπορείς να κάνεις σχέδια για το μέλλον. Σκέψου τι κατάπτωση. Να
είσαι είκοσι χρόνων και να μη μπορείς να κάνεις σχέδια για το μέλλον. Φθείρεσαι
ανεπαίσθητα, γίνεσαι μικρός, κλείνεσαι στον εαυτό σου. Πρέπει να προσέχεις πολύ
για να μη γίνεις ανθρωπάκι.
Για να μη δεις όλους τους γύρω σου ως εν δυνάμει εχθρούς. Ύστερα
έρχονται άλλες ερωτήσεις. Τι είσαι; Γεννήθηκες εδώ, τραγουδάς τον εθνικό ύμνο
της Ελλάδας, στο σχολείο είπες ποιήματα για την 25η Μαρτίου. Και όμως σε
θεωρούν αλλοδαπό. Στη Νιγηρία εσύ δεν έχεις πάει ποτέ. Τα ελληνικά είναι η
γλώσσα σου. Τι είσαι λοιπόν; Πρέπει να είσαι τρεις φορές τρελός για να μην
τρελαθείς. Πρέπει να παλέψεις με νύχια και με δόντια για να μην αφήσεις την
πραγματικότητα να σε ξεκάνει. Τι κάνω αυτή τη στιγμή; Ασχολούμαι πολύ με τη
μουσική και με το θέατρο του δρόμου. Τώρα δουλεύω στον «Κοσμοπολιτισμό», ένα
πολιτιστικό κέντρο που διοργανώνει και πολλά ενδιαφέροντα event με μετανάστες
καλλιτέχνες. Τα χαρτιά; Τα περιμένω ακόμα, εδώ και δυο χρόνια. Το μέλλον; Το
μέλλον, φίλε μου, είναι τα όνειρά μου. Αυτά είναι η ασπίδα και η ελευθερία
μου…»
Στο οδοιπορικό αυτό, μαθητές του 1ου Ενιαίου Λυκείου Βριλησσίων με συνεργάτη τον κινηματογραφιστή Γιώργο Πουλίδη καταγράφουν την Αθήνα των μεταναστών και των «ξένων».
Από την αρχαιότητα, οι
Έλληνες ξενιτεύονταν για διάφορους λόγους: Οι πόλεμοι, το άγονο έδαφος και η
οικονομική δυσπραγία ορισμένων περιοχών, με πρώτη την εγκαταλειμμένη ελληνική
επαρχία, οι κατακτητές, κυρίως η Τουρκοκρατία, ακόμη και τα πολιτικά πάθη, ανάγκασαν
πολλούς να φύγουν από τη χώρα μας.
Στην Οδύσσεια, αναφέρεται ο καημός τού νόστου στην πατρίδα.
Από ’κεί έμεινε η γνωστή έκφραση: «Νόστιμον ήμαρ», δηλαδή νόστιμη μέρα, γλυκιά
μέρα γυρισμού στον τόπο που καθένας γεννήθηκε και μεγάλωσε. Η ελπίδα γυρισμού
έκαιγε, σαν καντήλι αναμμένο, στην ψυχή τού Οδυσσέα, δίνοντάς του δύναμη να
παλεύει και να ξεπερνά όλα όσα τού έτυχαν στο δρόμο τής επιστροφής, μέχρι να
δει «Καπνόν αποθρώσκοντα της Ιθάκης»: ακόμα και τον καπνό της πατρίδας του να
δει από μακριά (κι ας πεθάνει). (Οδύσσεια, ραψ. α΄, στίχος 57).
Η μετανάστευση είναι, για μια χώρα, ό,τι είναι η αιμορραγία
για το ανθρώπινο σώμα. Η αφαίμαξη αυτή, που άρχισε στην πατρίδα μας στις αρχές
του 20ου αιώνα, δεν έγκειται τόσο στα ποσοτικά μεγέθη, όσο στο ότι αυτοί που
ξενιτεύτηκαν ανήκαν, κυρίως, στα νιάτα, δηλαδή, στον ενεργό πληθυσμό της
Ελλάδας.
Καημός δυσβάσταχτος η ξενιτιά, για το λαό μας, έκανε πολλές
ελληνικές οικογένειες κομμάτια. Μέγα παράπονο για τους γονιούς και, κυρίως, για
τη μάνα, να χάνει το παιδί της. Παλαιότερα, το ταξίδι για μακρινά μέρη
διαρκούσε πολύ, τα μέσα και οι τρόποι επικοινωνίας ήταν ελάχιστα, κι αυτό έκανε
τον πόνο αβάσταχτο. Μόνο ένα γράμμα έφτανε κάπου – κάπου, κι αυτό αποτελούσε το
μοναδικό σημείο επαφής με τα αγαπημένα πρόσωπα στην ξενιτιά, γι’ αυτό και ο
ταχυδρόμος έπαιζε, παλαιότερα, σημαντικό ρόλο στην ελληνική ύπαιθρο. Γονείς δε
γνώρισαν τις συζύγους των παιδιών τους, ούτε αγκάλιασαν, ποτέ, τα εγγόνια τους.
Αδέλφια, μέχρι και σήμερα, έχουν να ανταμώσουν 40 ή και 50 χρόνια. Πολλοί από τους
ξενιτεμένους μας δε γύρισαν ποτέ και θάφτηκαν σε ξένο χώμα, καθώς η ξενιτιά,
σαν άλλη Κίρκη, τους κράτησε, για πάντα, κοντά της.
ΧΩΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ, Γεωργίου Δροσίνη.
«Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα, και θα ζούμε μήνες,
χρόνους χωρισμένοι,
άφησε να πάρω κάτι κι από σένα, γαλανή πατρίδα,
πολυαγαπημένη.
Άφησε μαζί μου φυλαχτό να πάρω, για την κάθε λύπη, κάθε τι
κακό,
φυλαχτό απ’ αρρώστια, φυλαχτό από Χάρο, μόνο λίγο χώμα, χώμα
ελληνικό!
Χώμα δροσισμένο με νυχτιάς αγέρι, χώμα βαφτισμένο με βροχή
τού Μάη,
χώμα μυρισμένο απ’ το καλοκαίρι, χώμα ευλογημένο, χώμα που
γεννάει
το μοσχάτο κλήμα, το ξανθό σιτάρι, τη χλωρή τη δάφνη, την
πικρήν ελιά!
Χώμα τιμημένο, πόχουν ανασκάψει για να θεμελιώσουν έναν
Παρθενώνα,
χώμα δοξασμένο, πόχουν ροδοβάψει αίματα στο Σούλι και στο
Μαραθώνα […]
Θε να σε κρεμάσω φυλαχτό στα στήθια κι όταν η καρδιά μου
φυλαχτό σε βάλει
από σε θα παίρνει δύναμη, βοήθεια, μην την ξεπλανέψουν άλλα,
ξένα κάλλη […]
Συ θε να μου δίνεις μια λαχτάρα μόνη: Πότε στην Ελλάδα πίσω
θε ναρθώ!
Κι αν το ριζικό μου -έρημο και μαύρο- μού ’γραψε να φύγω και
να μη γυρίσω,
το στερνό συχώριο εις εσένα θάβρω, το στερνό φιλί μου θε να
σου χαρίσω!
Έτσι, κι αν σε ξένα χώματα πεθάνω, και το ξένο μνήμα θάναι
πιο γλυκό
σα θαφτείς μαζί μου, στην καρδιά μου επάνω, χώμα αγαπημένο,
χώμα ελληνικό!».
Τα υπερωκεάνια «Πατρίς» και «Βασίλισσα Φρειδερίκη», ήταν αυτά
που μετέφεραν, κυρίως, τα νιάτα τής Ελλάδας στην ξενιτιά, καραβιές – καραβιές.
Ο αποχαιρετισμός στο λιμάνι τού Πειραιά, ως επί το πλείστον, και στο (παλαιό)
αεροδρόμιο του Ελληνικού, αργότερα, θα μείνουν χαραγμένες, για πολλά χρόνια
ακόμα, στη μνήμη των νεοελλήνων.
Η φωνή τού ερμηνευτή Στέλιου Καζαντζίδη ματώνει ακόμα
πολλούς, και, δικαίως, σε πολλά μέρη, έξω, αλλά και σε όλη την Ελλάδα, κυρίως
στη Βόρεια. Ο Στέλιος υπήρξε ο «Άγιος» των ανθρώπων τού λαού μας, και μιας
γενιάς, που σε πολλά σπίτια: «ένα πιάτο άδειο στο τραπέζι», ή ένα γράμμα από
την ξενιτιά, που το διάβαζε όλη η οικογένεια και με άλλους συγγενείς μαζεμένους
τριγύρω, ήταν τα μόνα στοιχεία επαφής με τα αγαπημένα τους, ξενιτεμένα πρόσωπα.
Ο τραγουδιστής εξέφρασε τον πόνο των ξενιτεμένων ελλήνων, με, αληθινά,
συγκλονιστικό και μοναδικό τρόπο.
«Μανούλα, θα φύγω, μην κλάψεις για μένα […]
παιδί, πια, δε θά ’χεις, μανούλα γλυκιά, εκεί θα πεθάνω στα
ξένα».
Ο λαός μας, μόνο, με τα τραγούδια κατάφερε να λυτρωθεί από το
βαθύ πόνο τής ξενιτιάς, την οποία, συχνά, ταύτισε με τον ίδιο το θάνατο.
«Πίσω απ’ το σπιτάκι μου τρέχει νερό φαρμάκι,
κι όσες μανάδες κι αν το πιουν καμιά παιδί δεν κάνει.
Ας το ’πινε κι η μάνα μου μένα να μη με κάνει,
μόν’ μ’ έκανε, και τράνεψα, και μ’ έστειλε στα ξένα».
(Δημοτικό)
Το τραγούδι τής Ξενιτιάς αποτελεί αναπόσπαστο και σημαντικό
κομμάτι της παράδοσης. Είναι θρόισμα του δέντρου τής Ζωής, που, αν και
πνίγεται στο θόρυβο των «μεγάλων και των σημαντικών», οι Έλληνες το
αφουγκραζόμαστε καθαρά. Γιατί αυτό το τραγούδι το έχουμε τραγουδήσει όλοι, και
μας ακολουθεί στην περιπλάνησή μας, στην περιπέτεια που εμείς, οι ίδιοι,
αποφασίζουμε: ποιο νόημα και περιεχόμενο, ποιο όραμα της δίνουμε, αλλά και τι
κόστος έχει, δυστυχώς.
Ειδικότερα, μετά το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι
Έλληνες είμαστε «έτσι όπως», με όλα τα δεινά κι όλες τις συνέπειες, μα και
λυτρώσεις, που αυτό (ξέρουμε, πλέον) ότι συνεπάγεται.
Η Ιστορική περίοδος δημιουργίας τής Δημοτικής Ποίησης
ταυτίζεται, κυρίως, με τα χρόνια τής τουρκικής εισβολής και κατοχής. Ανάλογα
έντεχνα και λαϊκά τραγούδια γράφτηκαν την περίοδο του ξενιτεμού των ελλήνων για
οικονομικούς λόγους, εποχή που άρχισε στις αρχές του 1900 (κυρίως προς Αμερική)
και κορυφώθηκε τη δεκαετία του ’60, για χώρες όπως: ΗΠΑ, Γερμανία,
Αυστραλία, Καναδά, Λατινική Αμερική, Βέλγιο, Σουηδία, Κεντρική και Νότια
Αφρική, και όπου αλλού έφτασαν οι Έλληνες στις εσχατιές τής Γης.
Η ξενιτιά, που ισοδυναμεί με θάνατο στα δημοτικά τραγούδια,
περιγράφεται διαφορετικά στις νησιωτικές και τις ηπειρωτικές περιοχές: Στα
νησιά, ο μισεμός είναι παροδικό φαινόμενο. Οι ναυτικοί φεύγουν και, συνήθως,
ξανάρχονται στον τόπο τους, αν κι ενδέχεται να μην ξαναγυρίσουν ποτέ, χαμένοι
στα κύματα ενός τραγικού ναυαγίου. Τα νησιώτικα δημοτικά τραγούδια αναφέρονται
περισσότερο στο υγρό στοιχείο, στη θάλασσα που πνίγει τα καράβια. Αντιθέτως,
στην ηπειρωτική Ελλάδα, η μετανάστευση αναφέρεται σε άλλα στοιχεία και, κάποτε,
συνδέεται με τους τεχνίτες που περιόδευαν για δουλειά.
Χαρακτηριστικός είναι ο αποχωρισμός των σφουγγαράδων στην
Κάλυμνο: Το απόγευμα της Κυριακής τού Πάσχα, γινόταν μεγάλη γιορτή, με τοπικούς
χορούς, για το «φευγιό τους» στις αφρικανικές θάλασσες. Στο τέλος τής γιορτής χόρευαν
το(ν) «Mηχανικό», χορό που αναπαριστά τα προβλήματα υγείας που ενδέχετο να
συμβούν, ή και την απώλεια ζωής των σφουγγαράδων, από έλλειψη οξυγόνου στον
οργανισμό τους, όταν βουτούσαν σε μεγάλα βάθη τής θάλασσας.
Το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων, σε πολλά χωριά της
Μακεδονίας, οι άνδρες τραγουδούν, από σπίτι σε σπίτι, τα «κόλιαντα»
(κάλαντα), στο τέλος των οποίων λένε ευχές ή και τραγούδια για τους
ξενιτεμένους, αν η οικογένεια έχει συγγενείς στα ξένα. Στην Κοζάνη και στα
Γρεβενά, τα συναντάμε περισσότερο Πάσχα, κυρίως από γυναίκες.
Ακόμη και την ώρα τής εργασίας ακούγονται τραγούδια τής
ξενιτιάς, λ.χ. όταν μαζεύουν καπνό ή ελιές, στο θέρο, ή την ώρα που μια γυναίκα
υφαίνει, και θυμάται τον απόντα αγαπημένο της:
«Άσπρα μου περιστέρια, και μαύρα μου πουλιά/ όπου ψηλά
διαβαίνετε/ για κοντοκαρτεράτε/ να γράψω ένα γράμμα, μια ψιλή γραφή/ να στείλω
στην αγάπη μου, να μη με καρτερεί».
Από το ζωικό βασίλειο, τα πουλιά, και κυρίως τα αποδημητικά,
παίζουν ρόλο μεσολαβητή στα δημοτικά μας τραγούδια. Τα πουλιά είναι πολύ έντονο
σύμβολο, και κυρίως χελιδόνια και περιστέρια. Συνήθως αναφέρονται με τη γενική
ορολογία, ως πουλιά: «Πουλάκι ξένο, ξενιτεμένο». «Ξενιτεμένο μου πουλί και
παραπονεμένο, μωρέ ξένε μου».
Στα παλιά χρόνια, οι Έλληνες δεν περίμεναν ότι ο ξενιτεμένος
θα επιστρέψει στην πατρίδα του. Γι’ αυτό και τα τραγούδια είχαν τόσο πόνο, ενώ
χαρακτηριστική είναι η φράση: Ο ζωντανός χωρισμός είναι θάνατος, καθώς ποτέ δεν
πιστεύουμε πως χάσαμε το αγαπημένο μας πρόσωπο, όπως γίνεται όταν κάποιος
πεθαίνει. Παροιμιώδεις έμειναν πολλές αναφορές, κυρίως από την Ήπειρο, τόπο
μισεμού πολύ μεγάλου, αναλογικώς, πληθυσμού, λόγω του άγονου εδάφους και της
αργοπορίας απελευθέρωσης από τον τουρκικό ζυγό, όπως αυτή όπου ένας πατέρας
ανέβαινε, κάθε μέρα, στο υψηλότερο σημείο τού χωριού, για να πει στο γιο του,
που βρισκόταν στη Γερμανία, τα νέα τους, ενώ σε άλλη περιγράφεται «το πώς»
κάποιες μάνες κίνησαν, ζαλωμένες με καλούδια, να πάνε πολύ μακριά, για να
συναντήσουν, τις μέρες των Γιορτών, τα παιδιά τους. Ανάμεσά τους και μια νεαρή
κοπέλα, που τα ξένα τής είχαν πάρει τον καλό της.
Ο αποχαιρετισμός τού μισεμού γέννησε διάφορα έθιμα. Αποβραδίς
οι γυναίκες έστρωναν τραπέζι, στο οποίο συμμετείχε όλη η οικογένεια. Την
επόμενη μέρα, την ώρα που έφευγε, ο δικός τους, για τα ξένα, του έδιναν
φυλαχτά, μικρές εικόνες, κυρίως της Παναγίας, και φωτογραφίες. Έξω από
την πόρτα έχυναν νερό για να’ ναι καθαρή (εύκολη) και η δική του στράτα. Τον
συνόδευαν ως τα σύνορα του χωριού, απ’ όπου τον αγνάντευαν (κοιτούσαν από
μακριά ή ψηλά), κουνώντας μαντήλια, κλαίγοντας, τραγουδώντας, ίσως και
μοιρολογώντας. Γυναίκες ήταν, κυρίως, οι δημιουργοί και οι φορείς αυτών των
τραγουδιών, που εκφράζουν πόνο, και θέτουν σε δεύτερη μοίρα τα πλούτη που,
ίσως, αποκτούσε το αγαπημένο τους πρόσωπο στην ξενιτιά: «Ανάθεμά σε, ξενιτιά,
και συ και τα καλά σου».
Στην Κρήτη, ο πόνος τού μισεμού εκφράζεται σε συνάξεις
ανδρών, λ.χ. καφενεία ή γάμους, κυρίως με μαντινάδες και ριζίτικα: «Μάνα, πολλά
μαλώνεις με, που φεύγω για τα ξένα».
Από τα τραγούδια της ξενιτιάς δε λείπουν οι αναφορές σε
φρούτα ή χόρτα: το κυδώνι, το μήλο, το ρόδι και το αμάραντο που συνδέεται με τη
στειρότητα:
«Nα το ’χε φάει η μάνα μου, να μη με κάνει εμένα».
Δημοτικά:
«Την ξενιτιά, την ορφανιά, την πίκρα, την αγάπη,
τα τέσσαρα τα ζύγιασαν, βαρύτερα είν’ τα ξένα».
«Η ξενιτιά κι ο θάνατος αδέλφια ελογιούνται».
«Ο ξένος εις την ξενιτιά πρέπει να βάνει μαύρα,
για να ταιριάζει η φορεσιά με της καρδιάς τη λάβρα».
«Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο,
η ξενιτιά σε χαίρεται, κι εγώ χω τον καημό σου».
«Τι να σου στείλω, ξένε μου, τι να σου προβοδίσω;
Μήλο αν σου στείλω σέπεται, τριαντάφυλλο μαδιέται,
σταφύλι ξεραγκιάζεται, κυδώνι μαραγκιάζει.
Να στείλω με τα δάκρυα μαντήλι μουσκεμένο,
τα δάκρυα είναι καυτερά, και καίνε το μαντήλι».
Τι να σου στείλω, ξένε μου, τι να σου προβοδίσω;».
(Ηπείρου)
Το συγκλονιστικότερο, πάντως, δημοτικό τής ξενιτιάς, είναι,
κατά τη γνώμη μου, το «Διώξε με, μάνα, διώξε με…». Το συγκεκριμένο τραγούδι
έχει πανελλήνια διάδοση, αφού υπάρχουν περισσότερες από 250 παραλλαγές του. Στη
μικρασιατική εκδοχή, η μάνα κλαίει κι οδύρεται και ρωτάει τους ναύτες αν είδανε
τον «ακριβό γιο της», για να λάβει την εξής απάντηση:
«Εχτές προχτές τον είδαμε στην άμμον ξαπλωμένον/ κι είχε την
άμμον πάπλωμα, τη μαύρη γη σεντόνι/ τα χοχλακούδια τού γιαλού τα είχε
προσκεφάλι./ Άσπρα πουλιά τον τρώγανε, μαύρα τον τριγυρίζαν. / Κι ένα πουλί,
καλό πουλί, κάθεται και δεν τρώγει./ – Φάγε και συ, καλό πουλί, π’ ανδρειωμένου
πλάτη/ να θρέψεις πήχυν το φτερό, πήχυν τ’ απανωφτέρι/ να γράψω στη φτερούγα
σου δυο λόγια πικραμένα./ Το ’να να πας της μάνας μου, τ’ άλλο τής αδερφής μου/
να το διαβάζει η μάνα μου, να κλαίγει η αδερφή μου/ να το διαβάζει η αδερφή, να
κλαίγει ο αδερφός μου».
Αν κι αυτά αφορούν το παρελθόν, η ξενιτιά εξακολουθεί να πονά
ακόμα στις μέρες μας. Όμως, σήμερα, οι έλληνες μετανάστες, και οι ανά τον κόσμο
ελληνικής καταγωγής πολίτες, δεν είναι απλοί εργάτες, αλλά πετυχημένοι
επιχειρηματίες, αποτελώντας ένα(ν) σημαντικό παράγοντα, του τόπου εκεί, μα και
του έθνους μας. Όλοι αυτοί, ως «Διπλωμάτες» τής χώρας μας στο εξωτερικό, είναι
η μεγαλύτερη δύναμη που έχει η Ελλάδα, όχι, μόνο, διότι πάντα σε αυτούς
προστρέχει, αλλά διότι είναι και η δύναμη πιέσεως προς τις κυβερνήσεις των
χωρών όπου ζουν. Μεγαλουργούν, δε, και συμμετέχουν στα κοινά των χωρών που
βρίσκονται, στηρίζοντας την οικονομία τους.
Οι Έλληνες της Διασποράς διέπρεψαν και διαπρέπουν στην
ξενιτιά, και παλεύουν να διατηρήσουν την Ελληνική τους ταυτότητα τα ήθη και τα
έθιμα της μάνας – πατρίδας. Πολλοί από τους ξενιτεμένους μας διαπρέπουν σε
Τέχνες, εμπόριο κι Επιστήμες, ενώ από αυτούς προήλθαν και οι μεγάλοι ευεργέτες,
μα και ήρωες, μεταξύ των οποίων οι αρχηγοί τής Φιλικής Εταιρείας και οι
πρωτοστάτες στον Αγώνα του ’21, όπως οι Επαναστάτες Υψηλάντηδες σε Ιάσιο και
Δραγατσάνι.
Το τραγούδι της ξενιτιάς, Κώστα Κρυστάλλη.
[…] «Στα ξένα δεν ανθίζουνε την άνοιξη τα δέντρα,
και δε λαλούνε τα πουλιά, ζεστός δε λάμπει ο ήλιος,
δε φυλλαρίζουν τα βουνά, δεν πρασινίζει ο κάμπος,
και δε δροσίζει το νερό, και το ψωμί πικραίνει!
Στα ξένα, ποιος θα σε χαρεί και ποιος θα σε γελάσει;
Πούν’ της μανούλας τα φιλιά, τα χάδια του πατέρα;
Πούναι τα γέλια τ’ αδερφού κ’ η συντροφιά του φίλου;
Πούν’ της αγάπης οι ματιές και τα γλυκά τα λόγια;
Αν αρρωστήσεις, ποιος θαρθεί στην ξενιτιά σιμά σου,
να σε ρωτά τον πόνο σου, τα γιατρικά να δίνει;
στο έρμο σου προσκέφαλο να ξενυχτάει μαζί σου;
Κι αν έρθει μέρ’ αγλύκαντη στα ξένα να πεθάνεις,
ποιος θα βρεθεί, στο πλάι σου, τα μάτια να σου κλείσει;
Ποιος θα σου λούσει το κορμί, ποιος θα σε σαβανώσει;
Στο λείψανό σου ποιος θαρθεί λουλούδια να σε ράνει;
Αχ! πώς τους θάφτουν, νάξερες,
και πώς τους παν τους ξένους!
Χωρίς λιβάνι και κερί, χωρίς παπά και ψάλτη!
Ανάθεμά σε, ξενιτιά, με τα φαρμάκια πόχεις!» […]
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που απειλεί σήμερα τον Απόδημο
Ελληνισμό είναι αυτός τής αφομοίωσης από τις χώρες υποδοχής, λόγω της
δυσκολίας να διατηρηθεί η Γλώσσα, από την τρίτη γενιά και μετά, ενώ η διατήρηση
της ταυτότητάς τους θα είναι αποφασιστικός παράγοντας στις επόμενες δεκαετίες.
Ο Έλληνας μετανάστης αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι σε
οποιαδήποτε χώρας βρέθηκε, γιατί δεν ήταν, απλώς, ένας εργάτης που ήρθε να
πάρει τα χρήματα και να φύγει. Ήταν ένας άνθρωπος που χάραξε τίμια το όνομά του
πάνω στο χώμα κάθε ξένου τόπου, καθώς κουβαλάει στο αίμα και την ψυχή του τον
υψηλότερο Πολιτισμό τής Γης: Έναν Πολιτισμό που έχει τον άνθρωπο ως υπέρτατο
στοιχείο. Γι’ αυτό, η Ελληνική Πολιτεία πρέπει να βοηθήσει με τον καλλίτερο και
όσο πιο αποτελεσματικό τρόπο τα ξενιτεμένα αδέλφια μας.
«Γιάννη μου, το μαντήλι σου, τι το ’χεις λερωμένο,
βρε Γιαννάκη μου, βρε παλικαράκι μου;
Το λέρωσε η ξενιτιά, τα έρημα τα ξένα,
βρε Γιαννάκη μου, βρε παλικαράκι μου.
Πέντε ποτάμια το ’πλυναν και βάψαν και τα πέντε,
βρε Γιαννάκη μου, βρε παλικαράκι μου».
(Ηπείρου)
«Αχ, η ξενιτιά το χαίρεται, τζιβαέρι μου, το μοσχολούλουδό
μου.
Αχ, πανάθεμά σε, ξενιτιά, τζιβαέρι μου, και σε και το καλό
σου.
Αχ, που πήρες το παιδάκι μου, τζιβαέρι μου, και το ’κανες
δικό σου.
Αχ, εγώ ήμουνα που το ’στειλα, τζιβαέρι μου, και μέλημα δικό
μου.
Σιγανά, σιγανά, σιγανά πατώ στη γη.
Σιγανά, σιγανά, σιγανά και ταπεινά». (Δημοτικό)
«Φουρτούνιασεν η θάλασσα και βουρκωθήκαν τα βουνά,
είναι βουβά τ’ αηδόνια μας και τα ουράνια σκοτεινά
κι η δόλια μου ματιά θολή. Παιδί μου, ώρα σου καλή!
Βουίζει το κεφάλι μου, σαν του χειμάρρου τη βοή,
ξεράθηκαν τα χείλη μου και μου εκόπηκε η πνοή
σ’ αυτό το ύστερο φιλί. Παιδί μου, ώρα σου καλή!
Να σε παιδέψει ο πλάστης μου, καταραμένη ξενιτιά,
μας παίρνεις τα παιδάκια μας και μας αφήνεις στη φωτιά,
και πίνουμε τόση χολή όταν τα λέμε «ώρα καλή».
(Γ. Βιζυηνός).
«Δε θέλω εγώ παινέματα,
παρηγοριές και ψέματα,
να γιατροπορευτώ.
Θέλω το γιο μου,
το Ανεστάκι, που ’ναι στην ξενιτιά.
Αχ, το μικρό μου καπετανάκι,
που δε μου γράφει πια.
Χαρείτε τα καράβια σας,
τα πλούτη μες στα αμπάρια σας,
δε θα τα λιμπιστώ». (Λευτέρης Παπαδόπουλος).
«Τώρα που πας στην ξενιτιά,
πουλί θα γίνω του νοτιά, γρήγορα να σ’ ανταμώσω,
για να σου φέρω το σταυρό
που μου παράγγειλες να βρω, δαχτυλίδι να σου δώσω.
Χρυσή μου αγάπη, έχε γεια, να ’ναι μαζί σου η Παναγιά,
κι όταν ’ρθεί το περιστέρι, θα ’χω κρεμάσει φυλαχτό,
στο παραθύρι τ’ ανοιχτό, την καρδιά μου σαν αστέρι.
Ήσουν κυπαρίσσι στην αυλή αγαπημένο.
Ποιος θα μου χαρίσει το φιλί που περιμένω;
Στ’ όμορφο ακρογιάλι καρτερώ να μου ’ρθεις πάλι,
σαν μικρό, χαρούμενο πουλί». (Νίκος Γκάτσος).
«Σαν απόκληρος γυρίζω στην κακούργα ξενιτιά.
Περιπλανώμενος, δυστυχισμένος,
μακριά απ’ της μάνας μου την αγκαλιά.
Κλαίνε τα πουλιά για αέρα, και τα δέντρα για νερό.
Κλαίω, μανούλα μου, κι εγώ για σένα,
που έχω χρόνια για να σε ειδώ.
Πάρε, χάρε, τη ψυχή μου, ησυχία για να βρω,
αφού το θέλησε η μαύρη μοίρα,
μες στη ζωή μου να μη χαρώ». (Βασίλης Τσιτσάνης).
«Φεγγάρι, μάγια μού ’κανες, και περπατώ στα ξένα.
Είναι το σπίτι ορφανό, αβάσταχτο το δειλινό,
και τα βουνά κλαμένα.
Στείλ’, ουρανέ μου, ένα πουλί,
να πάει στη μάνα υπομονή, δεμένη στο μαντήλι,
προικιά στην αδελφούλα μου,
και στη γειτονοπούλα μου γλυκό φιλί στα χείλη.
Στείλ’ ουρανέ μου ένα πουλί, ένα χελιδονάκι,
να πάει να χτίσει τη φωλιά στου κήπου την κορομηλιά,
δίπλα στο μπαλκονάκι». (Ερρίκος Θαλασσινός).
Δάκρυα, πολλά δάκρυα, όσα και τα τραγούδια (τα πιο πάνω και
πολλά ακόμη) που έχουν γραφεί για την ξενιτιά και αγαπημένα πρόσωπα εκεί.
Η ξενιτιά στα δημοτικά
τραγούδια - υπόθεση γένους θηλυκού
Τα δημοτικά τραγούδια της ξενιτιάς είναι γενικά
νεότερα κείμενα, μπορούν να τοποθετηθούν ανάμεσα στον 15ο και τον 18ο αιώνα.
Αυτό σημαίνει ότι έχουν δεχθεί ισχυρές επιρροές στα μοτίβα τους από αρχαιότερα
είδη όπως τα μοιρολόγια και οι παραλογές, επιρροές που εξέλιξαν και επέστρεψαν
με μορφή αντιδανείου στα υπόλοιπα είδη τραγουδιών. Οι κοινωνικο-οικονομικές
συνθήκες που οδήγησαν τους ανθρώπους στον δρόμο της ξενιτιάς τους πρώτους αιώνες
μετά την πτώση της βυζαντινής αυτοκρατορίας είναι σε γενικές γραμμές γνωστές,
είναι περιττό να επικεντρωθεί κανείς σ’αυτές, άλλωστε τα δημοτικά τραγούδια δεν
προσφέρουν επαρκή επιστημονικά στοιχεία για μια μελέτη καθαρά
ιστορικού-κοινωνιολογικού χαρακτήρα.
Το σημαντικότερο ίσως χαρακτηριστικό των τραγουδιών της ξενιτιάς είναι ο ρόλος
της γυναίκας. Ισχυρός και ιδιάζων, πολύπλευρος και συχνά σκοτεινός,
διαφοροποιείται αισθητά από ό,τι συναντάμε συνήθως σε άλλες κατηγορίες
κειμένων. Μια πρώτη προσέγγιση σε πρακτικό επίπεδο δείχνει ότι αυτό είναι
αναμενόμενο, δεδομένου ότι εκείνος που ξενιτεύεται είναι κατ’εξοχήν ο άντρας. Η
γυναίκα, είτε ως μάνα, είτε ως σύζυγος είναι αυτή που μένει πίσω για να
αντιμετωπίσει την καινούρια κατάσταση και να προσπαθήσει να διατηρήσει τον ιστό
της οικογένειας ανέπαφο: είναι μια διαδικασία δύσκολη τόσο σε προσωπικό όσο και
σε κοινωνικό επίπεδο. Και ενώ σε μια πρώτη ματιά ο ρόλος της γυναίκας φαίνεται
παθητικός δεδομένου ότι είναι αναγκασμένη να υποστεί την αναχώρηση του άντρα
της χωρίς δικαίωμα λόγου, στην πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα ισχυρός, αφού
είναι εκείνη που θα ασκήσει τελικά κριτική: τα τραγούδια της ξενιτιάς είναι ένα
κατ’εξοχήν γυναικείο πεδίο σκέψης.
Η γυναικεία παρουσία στα τραγούδια της ξενιτιάς έχει
παρόλα αυτά και μια σκοτεινή διάσταση, μπορεί να γίνει μια ανησυχητική ή ακόμα
και επικίνδυνη φιγούρα. Η γυναίκα που θα συναντήσει ο ξενιτεμένος στα ταξίδια
του είναι η μάγισσα που σαν άλλη ομηρική Κίρκη, θα τον κρατήσει δέσμιό της στον
ξένο τόπο, για πάντα μακριά από το σπίτι και την οικογένειά του. Στο μυαλό του
δημοτικού ποιητή η γυναίκα αυτή στερείται κάθε θετικού χαρακτηριστικού και
γίνεται το σύμβολο του ανέφικτου της δημιουργίας οικογενειακού δεσμου στα ξένα.
Ο ξενιτεμένος βλέπει τις πιθανότητες για μια επιστροφή στην πατρίδα να
εξαφανίζονται χρόνο με τον χρόνο και ξέρει ότι θα είναι παγιδευμένος στον ξένο
τόπο μέχρι το τέλος της ζωής του. Υποταγμένος σε αυτή τη μοίρα, ενημερώνει την
σύζυγό του να μην τον περιμένει πια και να συνεχίσει τη ζωή της. Ο δημοτικός
ποιητής διακρίνει δυο θύματα της ξενιτιάς: τον άντρα που είναι καταδικασμένος
να στερηθεί το σημαντικότερο αγαθό όλων, την οικογένειά του και την φροντίδα
της, αλλα και την γυναίκα, που βλέπει την ζωή της να αλλάζει και να βουλιάζει
στη ανασφάλεια και την αβεβαιότητα. Η μοναξιά είναι ο κοινός παρονομαστής και
των δύο, ο λαϊκός ποιητής εξισώνει τελικά την απώλεια της ξενιτιάς με αυτήν του
θανάτου.
Μισέψαν τα καράβια με τη σιγανεμιά,
εμίσεψε ο καλός μου τσαί πάει στην Αρμενιά.
Μηδέ χαρτί μου πέβει, μηδέ πολογιά
τσαι στους δώδεκα χρόνους πέβει πολογιά,
μου πέβει μαντιλάκι με δεκαωχτώ φλουριά:
- Θέλεις, κόρη, παντρέψου θέλεις μη παντρευτείς,
θέλεις καλόγρια γίνου, τα μαύρα να ντυθείς,
και μένα με παντρέψαν κάτου στην Αρμενιά
μου δώσανε γυναίκα μιας μάγισσας παιδί
μαγεύει τα καράβια, μαγεύει τον καιρό,
μαγεύει με κ’εμένα και δεν μπορώ να ‘ρθω.[1]
Ο ρόλος της μάνας στα τραγούδια της ξενιτιάς αποκτά σε κάποιες περιπτώσεις
σκοτεινές διαστάσεις, κι αυτό επειδή σε πολλές παραλλαγές βρίσκεται πίσω από
την απόφαση του γιού της να ξενιτευτεί. Οι ενοχές, το παράλογο αυτής της στάσης
στηλιτεύεται από τον δημοτικό ποιητή, παρόλο που δεν εξισώνει όλες τις μητέρες:
οι περισσότερες είναι καλές, αλλά υπάρχουν κι εκείνες που στέλνουν το παιδί
τους στα ξένα, κάτι που στο λαικό φαντασιακό ισοδυναμεί με θάνατο:
Όλες οι μάνες ειν’καλές, πονούν για τα παιδιά τους
και μια μανά, κακή μανά, τον γιό της καταριέται:
- Σύρε γιόκα μ’ στην ξενιτιά που παν τα αρμοπούλια
Να φέρεις τ’άσπρα στην ποδιά, τα γρόσια στη σακκούλα.[2]
Η μάνα είναι λοιπόν ο φορέας της κοινωνικής πίεσης, αυτή απαιτεί να συμμορφωθεί
ο γιός της, αυτή τον «διώχνει». Όπως τονίζει ο Guy Saunier στην συλλογή του με
τραγούδια της ξενιτιάς, «είναι φυσικό ο ρόλος αυτός να της ανήκει, λόγω της
φροντίδας της για την κοινωνική εμφάνιση της οικογένειας, και ειδικά λόγω της
πλήρους απουσίας του πατέρα στα τραγούδια της ξενιτιάς.»[3]
Είναι λοιπόν ταυτόχρονα θύτης και θύμα η γυναίκα στα τραγούδια της ξενιτιάς.
Είτε χάνει τον άντρα της, είτε διώχνει τον γιό της, θα κληθεί να ισορροπήσει σε
καταστάσεις τελικά αναπόφευκτες και να σηκώσει το βάρος της απώλειας, των
τύψεων, της μοναξιάς, ακόμα και του θανάτου.
Κρις Λιβανίου
[1] Guy Saunier, Το δημοτικό τραγούδι. Της ξενιτιάς.εκδ. Ερμής, Αθήνα,
1990, σελ. 173.
[2] Ήπειρος, Ύλη Πολίτη 2654, Π. Λάμπρος. in. Guy Saunier, Το δημοτικό
τραγούδι. Της ξενιτιάς.εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1990, σελ. 132.
[3] Guy Saunier, Το δημοτικό τραγούδι. Της ξενιτιάς.εκδ. Ερμής, Αθήνα,
1990, σελ. 135.